ὀσχοφόρια
ὀσχοφόρια, τά, ὀσχο-φόριον, τό, ὀσχο-φόροι, οἱ, etc., v. ὠσχοφόρια, ὠσχοφόροι.
{ "headword": "ὀσχοφόρια", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n75684", "citations": [], "senses": [], "key": "o)sxofo/ria", "type": "main" }