ὀροιβάδες
ὀροιβάδες αἱ αἶγες, Hsch. ὀροικλάνοι· ὀξύσχοινοι, Id. ὀροιτύπος [ῠ], ον, v. ὀρειτύπος.
{ "headword": "ὀροιβάδες", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n75295", "citations": [], "senses": [], "key": "o)roiba/des", "type": "gloss" }