ὀρνιχολόχος
ὀρνιχολόχος, ὄρνῑχος, ὄρνῑ-χα, v. ὀρνιθολόχος, ὄρνις.
{ "headword": "ὀρνιχολόχος", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n75265", "citations": [], "senses": [], "key": "o)rni_xolo/xos", "type": "main" }