ὀρικάνην
ὀρικάνην δεσμωτήριον, οἱ δὲ φραγμόν, οἱ δὲ σαργάνην, ἢ σκῆπτρον, Hsch. (Cf. ὁρκάνη.)
{ "headword": "ὀρικάνην", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n75080", "citations": [], "senses": [], "key": "o)rika/nhn", "type": "gloss" }