ὀρθοστάδης
ὀρθοστάδης εἶδος πέμματος, Hsch.; cf. ὀρθοστάτης II.
{ "headword": "ὀρθοστάδης", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n75009", "citations": [], "senses": [], "key": "o)rqosta/dhs", "type": "gloss" }