οἰωνοσκοπητικός
οἰωνοσκοπητικός, ή, όν, = οἰωνοσκοπικός : -κή, ἡ, Eust. 961.43.
{ "headword": "οἰωνοσκοπητικός", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n72737", "citations": [], "senses": [], "key": "oi)wnoskophtiko/s", "type": "main" }