οἰκιμβάζειν
οἰκιμβάζειν στραγγεύεσθαι, διατρίβειν, Hsch. ; cf. ὀκιμβ-.
{ "headword": "οἰκιμβάζειν", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n72294", "citations": [], "senses": [], "key": "oi)kimba/zein", "type": "gloss" }