ὀγδώκοντα
ὀγδώκοντα, ὀγδωκονταέτης, ὀγδωκοντούτης, v. ὀγδοήκοντα, ὀγδοηκοντούτης.
{ "headword": "ὀγδώκοντα", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n71957", "citations": [], "senses": [], "key": "o)gdw/konta", "type": "main" }