ξυλοδωνίη
ξυλοδωνίη (leg. -δομίη) · τεκτοσύνη, ναυπήγησις, κωπηλασία, κυβέρνησις, Hsch.
{ "headword": "ξυλοδωνίη", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n71719", "citations": [], "senses": [], "key": "cu^lodwni/h", "type": "main" }