νοσσεύω
νοσσεύω, νοσσιά, νοσσίον, νοσσίς, νοσσοποιέω, νοσσός, νοσσοτροφέω, v. νεοσσ-.
{ "headword": "νοσσεύω", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n71071", "citations": [], "senses": [], "key": "nosseu/w", "type": "main" }