νομήματα
νομήματα δικαιώματα, Hsch. (leg. νόμιμα· τὰ δικαιώματα).
{ "headword": "νομήματα", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n70956", "citations": [], "senses": [], "key": "nomh/mata", "type": "gloss" }