νομαλέως
νομαλέως ἀδιαλείπτως, Hsch. νομάριον· σκεῦος τραγικόν, Id.
{ "headword": "νομαλέως", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n70943", "citations": [], "senses": [], "key": "nomale/ws", "type": "gloss" }