νοβακκίζειν
νοβακκίζειν τὸ ὀρχούμενον τοῖς δακτύλοις ἐπιψοφεῖν· σεισμὸς Νιόβη, Phot. (cf. Nauck TGF p.51).
{ "headword": "νοβακκίζειν", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n70908", "citations": [], "senses": [], "key": "nobakki/zein", "type": "gloss" }