νεώχερμος
νεώχερμος γῆ νεωστὶ εἰργασμένη, Hsch. (Cf. χερμάζω.)
{ "headword": "νεώχερμος", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n70616", "citations": [], "senses": [], "key": "new/xermos", "type": "gloss" }