ἀγμείονες
ἀγμείονες βουβῶνες, Hsch. ἀγμή· ἑστία, Id. ἀγμηρόν· ἥσυχον, Id. ἀγμικόν· ἄκρατον, Id.
{ "headword": "ἀγμείονες", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n690", "citations": [], "senses": [], "key": "a)gmei/ones", "type": "gloss" }