μιμορτοβία
μιμορτοβία ναῦς ᾗ ἄνθρωποι βεβήκασιν, Hsch.
{ "headword": "μιμορτοβία", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n67874", "citations": [], "senses": [], "key": "mimortobi/a", "type": "gloss" }