μεταχειρίζω
μεταχειρίζω, aor. - εχείρισα Hdt. 3.142, etc.: but more freq. in Med. μεταχειρ-ίζομαι: Att. fut. - ιοῦμαι Lys. 24.10, Pl. R. 410b: aor. - εχειρισάμην Ar. Eq. 345, etc., rarely - εχειρίσθην Pl. Phdr. 277c: pf. - κεχείρισμαι (v. infr. 6):—