μέγας
μέγας, μεγάλη [ᾰ], μέγα [ᾰ], gen. μεγάλου, ης, ου, dat. μεγάλῳ, ῃ, ῳ, acc. μέγᾰν, μεγάλην, μέγα [ᾰ]; dual μεγάλω, α, ω; pl. μεγάλοι, μεγάλαι, μεγάλα, etc.: the stem μεγάλο- is never used in sg. nom. and acc. masc. and neut., and only once in voc. masc., ὦ μεγάλε Ζεῦ A. Th. 822 (anap.).