μεγαλουργέω
μεγαλουργέω, μεγᾰλο-γής, μεγᾰλο-γία, μεγᾰλο-γικός, μεγᾰλο-γός, v. μεγαλοεργ-.
{ "headword": "μεγαλουργέω", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n65505", "citations": [], "senses": [], "key": "mega^lourge/w", "type": "main" }