μεγαλικώτατος
μεγαλικώτατος, η, ον, late Sup. of μέγας, μ. δίφθογγος Sch. D.T. p.199 H.
{ "headword": "μεγαλικώτατος", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n65369", "citations": [], "senses": [], "key": "mega^likw/tatos", "type": "main" }