μεγαλάνδροι
μεγαλάνδροι μεγάλοι ἄνδρες, ἢ μεγάλοι κατὰ τὴν ἀνδρείαν, ἢ πολυανδροῦντες, Hsch.
{ "headword": "μεγαλάνδροι", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n65342", "citations": [], "senses": [], "key": "mega^la/ndroi", "type": "gloss" }