μασσάομαι
μασσάομαι, μάσσημα, μάσσησις, μασσητήρ, incorrectly written for μασάομαι, etc. μάσσεται, v. μαίομαι.
{ "headword": "μασσάομαι", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n65123", "citations": [], "senses": [], "key": "massa/omai", "type": "main" }