μαρτυρέω
μαρτυρέω, fut. - ήσω Pi. O. 6.21:— Pass., fut. μαρτυρηθήσομαι Is. 8.13, D. 19.40; μαρτυρήσομαι in pass. sense, X. (v.infr. 9), D. 57.37: aor. ἐμαρτυρήθην: pf. μεμαρτύρημαι Antipho 6.16, used in act. sense, LXX Ge. 43.3:—