μάρμαρ
μάρμαρ στερεόν, Hsch. μαρμάραι· αἱ τῷ ἐρυθροδάνῳ βεβαμμέναι, Id.
{ "headword": "μάρμαρ", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n65042", "citations": [], "senses": [], "key": "ma/rmar", "type": "gloss" }