μαραίπους
μαραίπους μεμαρασμένος τοὺς πόδας, Hsch.
{ "headword": "μαραίπους", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n64988", "citations": [], "senses": [], "key": "marai/pous", "type": "gloss" }