μάματα
μάματα ποιήματα, βρώματα, Hsch.; cf. μάμματα. μαματίδες· ἀναδενδράδες ( Dolopian), Id. μαμάτραι· οἱ στρατηγοί, παρὰ Ἰνδοῖς, Id. μἀμελεῖν, Att. crasis for μὴ ἀμελεῖν.
{ "headword": "μάματα", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n64877", "citations": [], "senses": [], "key": "ma/mata", "type": "gloss" }