μαλακίννης
μαλακίννης παρθένος, Hsch.; cf. μαλκενίς.
{ "headword": "μαλακίννης", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n64772", "citations": [], "senses": [], "key": "malaki/nnhs", "type": "gloss" }