λωγάς
λωγάς πόρνη, Hsch.; cf. λωγάλιοι. λώγασος· ταυρεία μάστιξ, Hsch.
{ "headword": "λωγάς", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n64332b", "citations": [], "senses": [], "key": "lwga/s", "type": "gloss" }