λυγγανόμενον
λυγγανόμενον λύζοντα ἐν τῷ κλαίειν, Hsch.; cf. λυγκαίνω.
{ "headword": "λυγγανόμενον", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n64010", "citations": [], "senses": [], "key": "luggano/menon", "type": "gloss" }