λοχαγενεῖς
λοχαγενεῖς ἡγεμόνες, στρατηγοί, ταξιάρχάι, ἄρχοντες τῆς ἐνέδρας, οἱ συνάγοντες τοὺς στρατιώτας, Hsch. (Perh. λοχαγερεῖς, from ἀγείρω.)
{ "headword": "λοχαγενεῖς", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n63965", "citations": [], "senses": [], "key": "loxa_genei=s", "type": "gloss" }