λευκελεφάντινα
λευκελεφάντινα λευκὰ ὡς ἐλεφάντινα, Hsch. ( λεύκʼ ἐλέφαντι Valck. from Il. 5.583).
{ "headword": "λευκελεφάντινα", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n62640", "citations": [], "senses": [], "key": "leukelefa/ntina", "type": "gloss" }