λετμός
λετμός ἀναδρήσσει· τὸ σῶμα <Ἀ>μερίας φησί, Hsch. λετωνῆσαι· ἀφειδῶς παῖσαι κατὰ τῶν ἰσχίων, Id.
{ "headword": "λετμός", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n62608", "citations": [], "senses": [], "key": "letmo\\s", "type": "main" }