λέσπιν
λέσπιν μεγάλην. ὑδρηλήν. Δίδυμος τὴν καταδυομένην εἰς πέλαγος πέτραν. οἱ δὲ τὴν νοτεράν. ἄλλοι δὲ σπίδα βαθεῖαν. οἱ δὲ λόχμην, Hsch.
{ "headword": "λέσπιν", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n62586", "citations": [], "senses": [], "key": "le/spin", "type": "gloss" }