Κίλιξ
Κίλιξ [ ῐ], ῐκος, ὁ,
Adj. Κῐλίκιος, α, ον, A. Pr. 353; K. τράγοι Com.Adesp. 806; - ιος as fem., Str. 2.1.31, Dsc. 1.4:
ἡ Κιλικία (sc. γῆ), Cilicia, Hdt. 2.34, etc.