κερατεσσεῖς·
κερατεσσεῖς· οἱ τοὺς ταύρους ἕλκοντες ἀπὸ τῶν κεράτων· καλοῦνται δὲ καὶ κεραελκεῖς, Hsch.
{ "headword": "κερατεσσεῖς·", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n56750", "citations": [], "senses": [], "key": "keratessei=s", "type": "gloss" }