κεῖα
κεῖα καθάρματα, Hsch.; cf. κήϊα. κειάμενος, κείαντες, v. καίω. κειανθί· καίοντες, Id. κεῖθεν, κεῖθι, v. ἐκεῖθεν, ἐκεῖθι. κείθιον, v. κηθίς.
{ "headword": "κεῖα", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n56391", "citations": [], "senses": [], "key": "kei=a", "type": "gloss" }