καττίτερος
καττίτερος, καττιτέρινος, κάττῡμα, Att. for κασσίτερος, κάσσυμα.
{ "headword": "καττίτερος", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n56143b", "citations": [], "senses": [], "key": "katti/teros", "type": "main" }