κατεπάλμενος
κατεπάλμενος, κατέπ-αλτο, v. καταπάλλομαι, κατεφάλλομαι.
{ "headword": "κατεπάλμενος", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n55791", "citations": [], "senses": [], "key": "katepa/lmenos", "type": "main" }