κατειλάδα
κατειλάδα ἡμέραν χειμερινήν, Hsch.; cf. κατουλάς.
{ "headword": "κατειλάδα", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n55719", "citations": [], "senses": [], "key": "kateila/da", "type": "gloss" }