καταπλακών
καταπλακών, aor. 2 part. (v. ἀμπλακεῖν); the gloss of Hsch. ( καταπλακών· καταπλήξας, διαμαρτών) shd. be corrected thus: καταπλακών· διαμαρτών:— καταπτακών· καταπτήξας.
{ "headword": "καταπλακών", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n54820", "citations": [], "senses": [], "key": "katapla^kw/n", "type": "main" }