κατάπεμνοι
κατάπεμνοι καθαπτόμενοι, Hsch. καταπεμπάμενα· καθημένηα, Id. (fort. καταπεπταμένα· καθημμένα).
{ "headword": "κατάπεμνοι", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n54764", "citations": [], "senses": [], "key": "kata/pemnoi", "type": "gloss" }