καταπελταφεσία
καταπελταφεσία, κατα-πελταφέτης, κατα-πέλτης, κατα-πελτικός, v. καταπαλτ-.
{ "headword": "καταπελταφεσία", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n54763", "citations": [], "senses": [], "key": "katapeltafesi/a", "type": "main" }