καταπάλμενος
καταπάλμενος καταπηδήσας, Hsch.; of a waterfall, AP 9.326 cod. ( Leon.): nisi leg. κατεπ-, v. κατεφάλλομαι.
{ "headword": "καταπάλμενος", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n54712", "citations": [], "senses": [], "key": "katapa/lmenos", "type": "gloss" }