κατάορος
κατάορος [ ᾱ], ον, Dor. for κατήορος, E. Tr. 1090 (lyr., s. v.l.); cf. καταορᾷ· καταντεῖ, Hsch.
{ "headword": "κατάορος", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n54697", "citations": [], "senses": [], "key": "kata/oros", "type": "main" }