καταλαπριώσει
καταλαπριώσει ἀποκτενεῖ, καταδέξεται, κατατρυπήσει ἢ καταπερήσει, Hsch.
{ "headword": "καταλαπριώσει", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n54351", "citations": [], "senses": [], "key": "katalapriw/sei", "type": "gloss" }