View word page
καταλαπριώσει
καταλαπριώσει ἀποκτενεῖ, καταδέξεται, κατατρυπήσει ἢ καταπερήσει, Hsch.

ShortDef

No short def.

Debugging

Headword:
καταλαπριώσει
Headword (normalized):
καταλαπριώσει
Headword (normalized/stripped):
καταλαπριωσει
Intro Text:
καταλαπριώσει ἀποκτενεῖ, καταδέξεται, κατατρυπήσει ἢ καταπερήσει, Hsch.
IDX:
54519
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n54351
Key:
katalapriw/sei

Senses and Citations (From Data)

Citations (From Models)

No citations.

Data

{
  "headword": "καταλαπριώσει",
  "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n54351",
  "citations": [],
  "senses": [],
  "key": "katalapriw/sei",
  "type": "gloss"
}