κατάκλειμμα
κατάκλειμμα, ατος, τό, f.l. for κατάλημμα (q.v.).
{ "headword": "κατάκλειμμα", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n54161", "citations": [], "senses": [], "key": "kata/kleimma", "type": "main" }