καταθείω
καταθείω, καταθείομαι, καταθείομεν, v. κατατίθημι.
{ "headword": "καταθείω", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n53992", "citations": [], "senses": [], "key": "kataqei/w", "type": "main" }