κασκαλίζεται
κασκαλίζεται γαγγαλίζεται, Hsch. κάσκανα, τά, (κάς I) = κασσύματα, Id. κασκάνδιξ· ἡ γηθυλλίς, Id. (Redupl. and dissim. from σκάνδιξ.)
{ "headword": "κασκαλίζεται", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n53606", "citations": [], "senses": [], "key": "kaskali/zetai", "type": "gloss" }