κάρτιστος
κάρτιστος, η, ον, Ep. for κράτιστος. καρτομιστής, ὁ, = κερτομιστής, Hsch.
{ "headword": "κάρτιστος", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n53504", "citations": [], "senses": [], "key": "ka/rtistos", "type": "main" }