κάραννος
κάραννος κεκρύφαλος, κρήδεμνον, ἢ ἔριφος (cf. κάρνος) , ἢ ζημία (cf. κάρνη, αὐτόκαρνος), Hsch.
{ "headword": "κάραννος", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n53266", "citations": [], "senses": [], "key": "ka/rannos", "type": "gloss" }